Δημήτρης Ντόλκας: "ΟΙ ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΕΣ ΤΟΥ ΤΖΑΝΝΑΚΗ ΜΑΤΣΑ-ΒΙΑΖΗ ΚΑΙ ΤΗΣ ΓΥΝΑΙΚΑΣ ΤΟΥ ΦΟΙΝΙΚΩΣ"

Μία ενδιαφέρουσα και συγκινητική ιστορία μοιράστηκε στην ομάδα του facebook "Ιστορία της Πάρου" ο συντοπίτης μας και γνωστός ιστοριοδίφης κ. Δημήτρης Ντόλκας. Η ιστορία διαδραματίζεται στην Αντίπαρο περί στα τέλη του 18ου αιώνα όπου οι επιδρομές πειρατών και Τούρκων είχαν ουσιαστικά ερημώσει το γειτονικό νησί.

Η ιστορία έχει ως εξής:

"Βρισκόμαστε γύρω στα 1770. Συχνές ήταν τότε οι επιδρομές στα νησιά. Γνωστό δε είναι ότι τα παράλια της Αντιπάρου και του Δεσποτικού ήταν φωλιές πειρατών. Τη χρονιά, λοιπόν αυτή, κάποιο από τα οθωμανικά πειρατικά καράβια που η παρουσία τους πάντοτε προξενούσε φόβο και πανικό στους νησιώτες, φάνηκε στα ανατολικά παράλια της Αντιπάρου, κοντά στο Κάστρο. Η άφιξη του εδώ δικαιολογήθηκε ότι ήθελε τάχα να επανορθώσει κάποιες ζημιές που έγιναν κατά την διάρκεια του ταξιδιού του. Και πράγματι. Μετά από λίγες μέρες παραμονής στο νησί, αναχώρησε το καραβι αφού εγκατέλειψε, άγνωστο γιατι, ένα τουρκόπουλο, ηλικίας 8-10 ετών. Βλέποντάς το ο προύχοντας του χωριού και ένας από τους ευπορότερους κατοίκους της Αντιπάρου, που δεν ήταν τότε πάνω από διακόσιοι, ο Τζαννάκης Μάτσας Βιάζης, από οίκτο και ευσπλαχνία το περιμάζεψε και το περιέθαλψε σαν να ήταν πατέρας του.Καταγόμενος από τη γνωστή οικογένεια της Σίφνου, ο Μάτσας, που είχε προσθέσει, δεν ξέρουμε για ποιο λόγο, το γνωστό επώνυμο της Αντιπάρου Βιάζης είχε νυμφευθή την ωραιοτάτη Φοινικώ, κόρη κάποιου Γρυπάρη, ευπατρίδη από την Σίφνο.Το τουρκόπαιδο λεγόταν Αλής. Προσλήφθηκε στην ιδιαίτερη οικιακή και κτηματική υπηρεσία του Μάτσα και αποτέλεσε, τρόπον τινά, μέλος της οικογένειάς του, μια και η γυναίκα του δεν ευτύχησε να αποκτήσει παιδιά. Σιγά – σιγά έμαθε τα ελληνικά, τα ήθη και τα έθιμα του χωριού σαν να ήταν γνήσιος Έλληνας και έτσι μπορούσε πια να αντιλαμβάνεται και να ακούει συνέχεια τη Φοινικώ που έλεγε στον άντρα της: «-Τούρκο θρέξεις? Σκύλο θρέψεις». Και τον Μάτσα με ηρεμία και ψυχική πραότητα να απαντά: «Κάμε το καλό και ρίξ’ το στο γυαλό!». Μετά από δέκα χρόνια περίπου ο Αλής, επωφελούμενος της ευκαιρίας από τη διέλευση τουρκικού πλοίου από την Αντίπαρο, έφυγε για την Κωνσταντινούπολη, αφού με ευγνωμοσύνη και συγκίνηση αποχαιρετισε τους προστάτες του. Δεν πέρασαν, όμως πολλά χρόνια από την αναχωρηση του Αλή όταν ένα απόγευμα συνελαμβάνετο αιχμάλωτη ενός τουρκοαλγερινού πειρατικού σκάφους η σύζυγος του Μάτσα, η Φοινικώ, αφού δεν βρήακν τον ίδιο που είχε δραπετεύσει στα βουνά όταν αντιλήφθηκε την είσοδο στο στενό της Αντιπάρου του εν λόγω πλοίου. Μαζί με την σύζυγο του Μάτσα οι πειρατές πήραν και κάποια όμορφη Αντιπαριώτισσα ονόματι Σουλτάνα, και κατευθύνθηκαν προς την Μπαρμπαριά (βόρεια Αφρική), όπου «ετελείτο πανηγυρικώς το μεγάλο παζάρι της ελληνικής λευκής σαρκός». Όταν απομακρύνθηκε από την Αντίπαρο το πειρατικό σκάφος, ο Μάτσας επέστρεψε στο σπίτι του. Το βρήκε έρημο και λεηλατημένο. Και σε λίγο μάθαινε περίλυπος και με δάκρυα στα μάτια από τους δικούς του και τους συμπολίτες του τα διατραξαντα. Την άλλη μέρα, χωρίς να χάνει καιρό, διαπεραιώθηκε με βάρκα στην Παροικιά, επισκέφθηκε τους δημογέροντες της πόλης και, αφού ζήτησε τη γνώμη τους για το συμβαν που τους το εξέθεσε λεπτομερώς, αναχώρησε για την Κωνσταντινούπολη με τον πόθο και την ελπίδα ότι θα βρει τη σύζυγό του, ενώ για τη Σουλτάνα δεν ενδιαφερόταν. Μετά από πολύμηνο, περιπετειώδες και κουραστικό ταξίδι έφθασε στην Πόλη ο Μάτσας. Εκεί συνάντησε τους προύχοντες Παριανούς ομογενείς και ιδιαίτερα τους Μαύρους. Μετά από συστάσεις και εισηγήσεις τους παρουσιάσθηκε στον Καπουδάν Πασά, στον οποίο ανέφερε το ατύχημα του. Οποία, όμως, υπήρξε η έκπληξη και η απορία του προύχοντα Αντιπαριώτη όταν άκουσε τον «Υψηλότατο» Καπουδάν Πασά, να του λέει με γλυκύτητα και με προσήνεια μόλις τον αντίκρυσε και τον αναγνώρισε: - Καλώς εκοπιάσατε κύριε Μάτσα. Πώς ήλθατε έως εδώ?. Τι σας συμβαίνει?. Ο Μάτσας χωρίς να αναγνωρίσει ότι αυτός ήταν ο άλλοτε υποτακτικός του, που σαν παιδί τον είχε, του εξέθεσε, με πολύ πόνο ψυχής και δάκρυα, τα γεγονότα της Αντιπάρου. Τότε ο πασάς αφού σηκώθηκε, θέλησε, γονατιζοντας, να εκδηλώσει στον Μάτσα τη βαθιά του ευγνωμοσύνη φιλώντας το χέρι του, αφού προηγουμένως του υπενθύμισε τις συνηθισμένες φράσεις που αντήλλασσε με τη γυναίκα του και απλώς του έδωσε να καταλάβει ότι ήταν ο Αλής! Διέταξε να του προσφέρουν καφέ και τον καθησύχασε λέγοντάς του ότι σε λίγο σκάφος στο οποίο θα επέβαινε και ο ίδιος ο Πασάς, θα τεθή στη διάθεσή του προς ανεύρεση του πειρατικού που είχε αιχμαλωτίσει τη σύζυγό του. Το πλοιο αυτό, λόγω αντιθετων ισχυρών ανέμων προσορμίσθηκε στη Μύκονο και εκέι το βρήκε ο Μάτσας. Η χαρά του ήταν ανέκφραστη καθώς αντίκρισε τη σύζυγό του και το μικρό του παιδί που είχε γεννηθεί μέσα στο πειρατικό κατά την περίοδο της αιχμαλωσίας της. Αλλά, μοίρα κακή, σε λίγο η Φοινικώ πέθανε από τις κακουχίες που είχε περάσει και από τον τραυματισμό της με κουπί από κάποιον φανατικό Αλγερινό κατά την απόβαση της στη Μύκονο. Ο Τζαννάκης Μάτσας απαρηγόρητος και ταλαιπωρημένος από τις περιπέτειές του αυτές, επέστρεψε στην Αντίπαρο φέρνοντας μαζί του πλούσια δώρα του Πασά, την έγγραφη ευνοιά του προς αυτόν καθώς και το ατομικό προνόμιο ιδιοκτησίας των αλυκών του νησιού".

Πηγή: ΜΝΗΜΩΝ, Νικηφόρος Γ. Κυπραίος