Ο φετινός εορτασμός της μεγάλης Εθνικής μας Εορτής της 28ηςΟκτωβρίου, αποκτά μια ξεχωριστή βαρύτητα, μέσα σε  μια διεθνή κατάσταση που χαρακτηρίζεται από άγριες πολεμικές αντιπαραθέσεις, πρωτοφανή οικονομική ανισότητα αλλά και από την ανησυχία που επιβάλλει από τη μια πλευρά η εντυπωσιακή άνοδος των ιδεολογιών του μίσους σε πολλά δυτικά κράτη και από την άλλη οι εξίσου εντυπωσιακές μαζικές εκδηλώσεις διαμαρτυρίας των πολιτών του κόσμου, από την Ινδία και τη Βραζιλία μέχρι την Ιταλία, τη Γαλλία και την Αλβανία, ενάντια σε όλα αυτά που απειλούν τις ζωές και την ευημερία των πολλών.

Στις 28 Οκτωβρίου 1940 η Ελλάδα απέρριψε το τελεσίγραφο της φασιστικής Ιταλίας. Εκείνη τη στιγμή η Πολωνία, η Δανία, η Νορβηγία, η Ολλανδία, το Βέλγιο και η Γαλλία είχαν ήδη υποκύψει στον Άξονα. Ο ελληνικός στρατός, με τη στήριξη ολόκληρου του λαού, απέκρουσε την εισβολή και προώθησε το μέτωπο βαθιά στο αλβανικό έδαφος. Έτσι χάρισε στους Συμμάχους τις πρώτες τους νίκες στην ξηρά. Τον Απρίλιο του 1941 ακολούθησε η γερμανική εισβολή και τρεισήμισι χρόνια Κατοχής: πείνα, εκτελέσεις, καμένα χωριά.

Ογδόντα έξι χρόνια μετά, τιμούμε πρώτα απ' όλα τους χιλιάδες νέους που έμειναν για πάντα στα βουνά της Ηπείρου και της Αλβανίας. Τιμούμε και όσους αντιστάθηκαν στα χρόνια της Κατοχής. Τους οφείλουμε την ελευθερία που σήμερα θεωρούμε δεδομένη.

Η μνήμη όμως οφείλει να είναι πλήρης. Δεν πλήρωσαν όλοι το ίδιο τίμημα. Την ώρα που χιλιάδες πέθαιναν από την πείνα, υπήρξαν μαυραγορίτες για τους οποίους σπίτια άλλαζαν χέρια για έναν τενεκέ λάδι. Υπήρξαν συνεργάτες των κατακτητών, καταδότες, Ταγματασφαλίτες. Αυτοί δεν λογοδότησαν ποτέ και διατήρησαν μετά τον πόλεμο την περιουσία και την επιρροή που είχαν αποκτήσει. Δεν το θυμόμαστε για να ανοίξουμε παλιές πληγές. Το θυμόμαστε για να καταλάβουμε πώς η επέλαση του φασισμού στην Ελλάδα, είχε συνέπειες διαχρονικές και δεν εξαφανίστηκε ριζικά ποτέ.

Ο φασισμός  στην Ευρώπη δεν εμφανίστηκε από το πουθενά. Γεννήθηκε μέσα σε οικονομική εξαθλίωση, ταπείνωση και κατάρρευση της εμπιστοσύνης στους θεσμούς. Παρουσιάστηκε ως δύναμη «ενάντια στο σύστημα» και υποσχέθηκε να τιμωρήσει τις διεφθαρμένες ελίτ. Στην πράξη έστρεψε τον θυμό των πολιτών προς τους πιο αδύναμους: τους Εβραίους, τους Ρομά, τους «άλλους». Μόλις κατέλαβε την εξουσία, κατάργησε τη δημοκρατία και οδήγησε την Ευρώπη στην καταστροφή.

Σήμερα αρκετές από εκείνες τις συνθήκες είναι ξανά παρούσες. Οι ανισότητες διευρύνονται, ο πλούτος και η ισχύς συγκεντρώνονται σε όλο και λιγότερα χέρια, και πολλοί πολίτες νιώθουν ότι η φωνή τους δεν μετράει. Ο θυμός είναι δικαιολογημένος. Πάνω του όμως χτίζει ξανά η ακροδεξιά, στην Ευρώπη, στην Αμερική και αλλού στον κόσμο, αλλά και στη χώρα μας. Εμφανίζεται «αντισυστημική» και «πατριωτική», με προσεγμένη και «σοβαρή» εικόνα, και διεκδικεί να αντιμετωπίζεται ως ένα κόμμα σαν όλα τα άλλα. Σαν να μην υπήρξε ποτέ η απόφαση του 2020 με την οποία η Ελληνική  Δικαιοσύνη έκρινε ότι η Χρυσή Αυγή λειτουργούσε ως εγκληματική οργάνωση, ο ίδιος χώρος επανεμφανίζεται με νέα ονόματα.

Η απάντηση στον θυμό δεν μπορεί να είναι λιγότερη δημοκρατία, αλλά περισσότερη: διαφάνεια, λογοδοσία, δικαιοσύνη, συμμετοχή. Και η απάντηση στην υπέρμετρη δύναμη των λίγων δεν είναι το μίσος προς τους αδύναμους.

Η 28η Οκτωβρίου δεν είναι μόνο ημέρα τιμής. Είναι υπενθύμιση ότι η ελευθερία και η δημοκρατία δεν είναι ποτέ δεδομένες. Καμία κοινωνία, ούτε η μικρή και ειρηνική Πάρος μας, δεν είναι εκ των προτέρων θωρακισμένη. Να θυμόμαστε, να κατανοούμε και να παίρνουμε θέση, ο καθένας στο μέρος που του αναλογεί. Το οφείλουμε σε όσους χάθηκαν και σε όσους θα έρθουν μετά από εμάς.