Πόσο ελληνική ήταν η βυζαντινή αυτοκρατορία;

Τα ονόματα Βυζάντιο, Βυζαντινός, Ελλάδα, Ελληνικός, Ρωμαίος και Ρωμαϊκός στο πέρασμα των αιώνων – Πότε και από ποιους χρησιμοποιήθηκαν;  - Ποια επικράτησαν;

Σε πολλά άρθρα μας που αναφέρονται στη βυζαντινή περίοδο, κυρίως, έχουμε διαβάσει δεκάδες σχόλια αναγνωστών οι οποίοι θεωρούν ότι η βυζαντινή αυτοκρατορία δεν είχε τίποτα ελληνικό και «πατώντας» πάνω σ’ αυτό το επιχείρημα (;) ισχυρίζονται ότι δεν υπάρχει συνέχεια του ελληνισμού και ότι οι αγωνιστές του 1821 ήταν ένα συνονθύλευμα από Αλβανούς, Σλάβους και διάφορους άλλους που δημιούργησαν ένα κράτος χάρη στη μεγαλοψυχία των Ευρωπαίων που με τη νίκη τους στη ναυμαχία του Ναβαρίνου, χάρισαν την ελευθερία σε όλους αυτούς οι οποίοι κατά την άποψη των αναγνωστών δεν είχαν καμία σχέση με τους αρχαίους Έλληνες. Αρκετοί αναγνώστες αντικρούουν με άλλα σχόλια αυτές τις απόψεις αλλά και εμείς όταν βρίσκουμε χρόνο εκφράζουμε τις απόψεις μας που είναι λίγο-πολύ γνωστές. Σήμερα όμως θα δούμε τι γράφει, επικαλούμενος πάμπολλες πηγές, ένας από τους κορυφαίους Έλληνες βυζαντινολόγους, ο Διονύσιος Α. Ζακυθηνός (1905-1993).

Ο Διονύσιος Α. Ζακυνθηνός


Τι ήταν το βυζαντινό κράτος;

Σύμφωνα με τον Α. Heisenberg στο έργο του «Staat und Gesellschaft des byz. Reiches: Die Kutur der Gegenwart» Β’, 4,1,1923, σελ. 364, Βυζάντιο είναι το «εκχριστιανισμένο Ρωμαϊκό Κράτος του Ελληνικού Έθνους». Ήταν δε ο χώρος της πολιτικής και πνευματικής σταδιοδρομίας του μεσαιωνικού Ελληνισμού. Η Βυζαντινή αυτοκρατορία πρέσβευε ως μοναδική θρησκεία τον Χριστιανισμό τον οποίο δέχεται ως υπέρτατη πνευματική αρχή. Χρησιμοποιούσε την ελληνική γλώσσα και δεχόταν ως μοναδική παιδεία την ελληνική. Από τα μέσα του 7ου αιώνα σαφώς ταυτίζεται με την ιστορία του Ελληνικού Έθνους και τείνει να αποβεί ο χώρος της πολιτικής και πολιτιστικής του δραστηριότητας.

Οι όροι Βυζάντιο, Βυζαντινός (και Βυζαντιακός)

Σήμερα έχει επικρατήσει η συνήθεια το εκχριστιανισμένο Ρωμαϊκό Κράτος να το ονομάζουμε Βυζάντιο και Βυζαντινό κλπ. Τα ονόματα Βυζάντιο(ν), Βυζαντίνος και Βυζαντιακός ποτέ δεν χρησιμοποιήθηκαν από τους Έλληνες του Μεσαίωνα. Σύμφωνα με αυτούς, Βυζάντιον, Βυζαντίς και Βυζαντίων πόλις ήταν η Κωνσταντινούπολη, ο δε κάτοικος αυτής ονομαζόταν Βυζάντιος. Εξαίρεση ίσως αποτελούν τα έργα των ιστορικών Πρίσκου «Ιστορία Βυζαντινή» και Μάλχου «Βυζαντιακά». Στα Λατινικά, ο όρος Byzantinus χρησιμοποιείται κυρίως σε χωρία συγγραφέων του 4ου και του 5ου αιώνα όπως του Κλαυδιανού («…Byzantinos procures Graios due Quirites») υπάρχουν σχετικές αναφορές. Ο όρος «Βυζαντινός» κατά τους νεότερους χρόνους, εμφανίζεται σε έργα Τούρκων συγγραφέων γραμμένων στα Λατινικά μετά την άλωση της Πόλης και δηλώνει κυρίως τους λόγιους που εγκαταστάθηκαν στη Δύση. Πάντως η γενίκευση του όρου «Βυζαντινός» άρχισε το 1562 από τον Hieronumus Wolf που χρησιμοποίησε τον τίτλο «Corpus Byzantinae Historiae». Μετά το 1562, τα ονόματα Βυζάντιο(ν) και Βυζαντινός άρχισαν να διαδίδονται και να παγιώνονται με τη «Βυζαντίδα» του Λούβρου (1648) ενώ λίγο αργότερα ο Ιησουίτης Philippe Labbe (1607-1667) εξαίρει την «Βυζαντινήν Ιστορίαν». Οι όροι Βυζάντιο(ν) και Βυζαντινός επικράτησαν οριστικά με το έργο του θεμελιωτή των Βυζαντινών σπουδών Charles Du Change «Ηistoria Byzantina» (1680).

Όμως στη νεότερη ιστοριογραφία χρησιμοποιήθηκαν και άλλα ονόματα για τη δήλωση της Μεσαιωνικής Ελληνικής Αυτοκρατορίας. Έτσι ο Anselm Banduri χρησιμοποίησε στο έργο του «Imperium orientale sive Antiquitates Constantinopolitanae» (1711) τον όρο Ανατολική Αυτοκρατορία σε αντιδιαστολή με το Δυτικό Ρωμαϊκό Κράτος. Επίσης για μεγάλο χρονικό διάστημα επικράτησε στην επιστημονική ορολογία το όνομα “Bas Empire” δηλαδή «Μεταγενέστερο Ρωμαϊκό Κράτος» το οποί επιβλήθηκε κυρίως με το έργο του Charles Le Bean «Ηistoire du Bas-Empire». Ιδιαίτερα συχνή ήταν και η χρήση του όρου «Ελληνική αυτοκρατορία». Οι αυτοκράτορες του Βυζαντίου στα μεσαιωνικά χρόνια όφειλαν να φέρουν τον τίτλο Imperatoris Romani. Έτσι το Βυζαντινό κράτος ονομαζόταν Imperium Graecum και Empire Grec ή Empire Grec d’ Orient («Ελληνική Αυτοκρατορία» και «Ελληνική Αυτοκρατορία της Ανατολής»). Τον όρο Empire Grec χρησιμοποίησε από τους πρώτους ο Montaigne (1533-1592) και παρόλο ότι το όνομα αυτό έπεσε σε αφάνεια, Γάλλοι ιστορικοί και ερευνητές του 19ου αιώνα όπως ο Alfred Rambaud στο βιβλίο του «L’ Empire Grec an dixieme siècle Constantine VII Porphyrogenete» (Παρίσι, 1870) («Η Ελληνική Αυτοκρατορία τον 10ο αιώνα. Κωνσταντίνος VII ο Πορφυρογέννητος»).

Από ελληνικής πλευράς, οι όροι Βυζάντιο, Βυζαντινός και Βυζαντιακός γενικεύονται από τις αρχές του 18ου αιώνα. Ο Αδαμάντιος Κοραής χρησιμοποιεί τους όρους «Βυζαντινή Ιστορία» (1805) και Βυζαντινός Ελληνισμός» (1811). Σε μετάφραση του Δημήτριου Αλεξανδρίδη που καταγόταν από τον Τύρναβο ο τίτλος είναι: «Ιστορία των του Βυζαντίου αυτοκρατόρων» (Βιέννη, 1807). Αργότερα (1857), ο Σπυρίδων Ζαμπέλιος τιτλοφορεί το έργο του «Βυζαντιναί Μελέται. Περί πηγών Νεοελληνικής εθνότητας από Η’ άχρι Ι’ εκατονταετηρίδος» (Αθήνα, 1857).

Ο Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος δεν δεχόταν τους όρους Βυζάντιο και Βυζαντινός και έκανε λόγο για μεσαιωνικό ελληνισμό. Το ίδιο έκανε και ο ιστορικός και πολιτικός Σπυρίδων Λάμπρος στην «Ιστορία της Ελλάδος». Πολύ σωστά βέβαια και οι δύο συμπεριέλαβαν στα έργα τους την Βυζαντινή περίοδο. Μια τελευταία προσπάθεια από ιστορικούς όπως οι B. Bury, Ernst Stein κ.ά. να επαναφέρουν τους όρους Μεταγενέστερο και Ανατολικό Ρωμαϊκό Κράτος έπεσε στο κενό. Έτσι το επίθετο Βυζαντινός χωρίς μειωτικούς και χλευαστικούς χαρακτηρισμούς, επικράτησε οριστικά στην επιστημονική ορολογία (L. Brehier, “Byzance et Empire Byzantine”, 1929-1930).

Τα ονόματα Ρωμαίος, Ρωμαϊκός και Ρωμανία

Οι Βυζαντινοί θεωρούσαν τους εαυτούς τους άμεσους διαδόχους του Ρωμαϊκού κράτους και συνεχιστές της Ρωμαϊκής παράδοσης. Έτσι το επίθετο Ρωμαϊκός επικράτησε στους Έλληνες των μέσων χρόνων, για δήλωση όλων των εκδηλώσεων του δημόσιου και ιδιωτικού βίου. Η επικράτειά τους ήταν Ρωμαϊκή, Ρωμαίοι, Ρωμείς και μερικές φορές Αύσονες και Αυσονίτες (από το όνομα των κατοίκων της ιταλικής Αυσονίας), ήταν οι κάτοικοι της Αυτοκρατορίας. Ρωμαΐς γη, Ρωμανία ή και Αυσονία ήταν η χώρα τους. Οι αυτοκράτορες, ως και τον Κωνσταντίνο Παλαιολόγο έφεραν τον τίτλο "πιστός βασιλεύς και αυτοκράτωρ Ρωμαίων". Με το Διάταγμα του Καρακάλα το 212, δινόταν η ιδιότητα του Ρωμαίου πολίτη σε όλους τους ελεύθερους μη ρωμαϊκής καταγωγής πολίτες της αυτοκρατορίας και η λέξη Ρωμαίος σήμαινε γενικότερα τον πολίτη της Ρωμαϊκής επικράτειας. Μέχρι σήμερα, το όνομα Ρωμαίος- Ρωμιός, δηλώνει τον επικρατέστερο εθνικά, γλωσσικά και πολιτιστικά λαό της πρώιμης Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, δηλαδή τους Έλληνες.

Το όνομα Ρωμανία, άρχισε να χρησιμοποιείται από το πρώτο μισό του 4ου αι για δήλωση του δυτικού τμήματος του Ρωμαϊκού κράτους, στη συνέχεια όμως επεκτάθηκε και στο Ανατολικό. Με το όνομα Ρωμανία, Έλληνες και ξένοι δήλωναν αργότερα τη Βυζαντινή αυτοκρατορία, μερικές φορές δε και συγκεκριμένες περιοχές με τις οποίες οι ξένοι έρχονταν σε επικοινωνία, κυρίως τη Μικρά Ασία και τη Θράκη. Μολυβδόβουλα του 8ου αιώνα, αναφέρουν ότι οι θρακικές πόλεις Δεβελτό και Φιλιππούπολη ανήκουν στη Ρωμανία.

Οι Λατίνοι που κατέλαβαν την Κων/πολη και άλλες περιοχές του Βυζαντίου το 1204, ονόμασαν την αυτοκρατορία τους «Romania» ή «Imperium Romaniae».Ο δόγης της Βενετίας πρόσθεσε στους τίτλους του αυτόν του δεσπότη του τέταρτου μέρους και του τέταρτου και μισού της Αυτοκρατορίας της Ρωμανίας: "Dominus duartae partis et dimidiae totius Imperii Romaniae". Η κυρίως Ελλάδα και η Πελοπόννησος, δηλώνονταν με το όνομα Romania. Ο Μαρίνος Σανούδος ο πρεσβύτερος έγραψε την "Istoria del Regno di Romania", ενώ η κωδικοποίηση των φεουδαρχικών εθίμων της Φραγκοκρατίας στην Ελλάδα έλαβε τον τίτλο "Assises de Romania". Οι Βενετικές πηγές διακρίνουν τη Romania Bassa, που περιλάμβανε την Πελοπόννησο, την Εύβοια, την Κρήτη και τα νησιά και τη Romania Alta, που περιλάμβανε τις ακτές της Μακεδονίας και της Θράκης, ως τα Στενά. Χαρακτηριστικό είναι ότι μέχρι τα νεότερα χρόνια το Ναύπλιο ονομαζόταν Napoli de Romania. Η δημοτική ποίηση του Πόντου, διατήρησε το όνομα Ρωμανία με το οποίο δηλωνόταν το Βυζαντινό κράτος, σε αντιδιαστολή ίσως με το κράτος των Μεγάλων Κομνηνών της Τραπεζούντας, «των αυτοκρατόρων και βασιλέων πάσης Ανατολής, Ιβήρων και Περατείας», όπως αυτοί αποκαλούνταν.

Τα ονόματα Ελλάς, Έλλην, Ελλαδικοί.

Το όνομα Έλλην(ας), συνδέθηκε από τους πρώτους χριστιανικούς χρόνους με αυτόν που επιμένει στην παλιά θρησκεία των Ελλήνων και σήμαινε τον ειδωλολάτρη. Το όνομα Ελλάς, διατηρήθηκε δηλώνοντας τις περιοχές νότια από τις Θερμοπύλες. Αργότερα, ενώθηκε με τη διοικητική περιφέρεια του θέματος Ελλάδας, που εμφανίζεται για πρώτη φορά το 695. Οι κάτοικοι της νοτιότερης Ελλάδας ονομάστηκαν Ελλαδικοί, όνομα γνωστό από την αρχαιότητα και Κατωτικοί, όπως γράφει ο Κωνσταντίνος Άμαντος.

Το όνομα Γραικός, με το οποίο δηλώνονταν παλαιότερα οι Έλληνες, είχε περιορισμένη διάδοση στο Βυζάντιο μέχρι τον 14ο αιώνα. Ο Κωνσταντίνος ο Πορφυρογέννητος ονομάζει Γραικούς τους κατοίκους της περιοχής των Πατρών. Πολύ ενδιαφέρον είναι και το χωρίο που αναφέρεται στη Μάνη: «ιστέον, λέγεται εν αυτώ, ότι οι του κάστρου Μαΐνης (Μάνης) οικήτορες, ουκ εισίν από της γενεάς των προρρηθέντων Σκλάβων, αλλ’ εκ των παλαιοτέρων Ρωμαίων, οι και μέχρι τον νυν παρά των εντοπίων Έλληνες, προσαγορεύονται δια το εν τοις προπαλαιοίς χρόνοις ειδωλολάτρας είναι και προσκυνητάς των ειδώλων κατά τους παλαιούς Έλληνας… (Κωνσταντίνου του Πορφυρογέννητου, "Προς τον ίδιον υιόν Ρωμανόν"). Εδώ, Ρωμαίοι εννοούνται οι παλαιοί Έλληνες κάτοικοι, Έλληνες δε, όσοι επιμένουν στην ειδωλολατρία. Κατά τον Κ. Άμαντο, πολύ πρώιμα, δημιουργήθηκαν οι λέξεις Γραικογαλάται και Γοτθογραίκοι.

Από τον 11ο και 12ο αιώνα το όνομα Έλλην, έρχεται ξανά στο προσκήνιο. Αυτό οφείλεται στις αλλαγές που έγιναν στην αυτοκρατορία, αλλά και στην αναγέννηση των ελληνικών γραμμάτων και παιδείας Πρώτος ο Μιχαήλ Ψελλός χρησιμοποιεί τα ονόματα Ελλάς και Έλληνες (11ος αι). Από τον 13ο αιώνα, η χρήση γίνεται πιο συχνή. Ο Νικηφόρος Βλεμμύδης, ταυτίζει την Αυτοκρατορία της Νίκαιας με την επικράτεια των Ελλήνων: "ου γαρ υπό τα των Ελλήνων τω τότε σκήπτρα η Σκάμανδρος". Ο αυτοκράτορας Θεόδωρος Β΄ Λάσκαρις σε επιστολές του, χρησιμοποιεί τους όρους Ελλάς και Ελληνικόν για τη Μικρά Ασία σε αντιδιαστολή με την Ευρώπη. Ακολουθούν διακεκριμένοι Βυζαντινοί συγγραφείς: Θεόδωρος Μετοχίτης, Νικόλαος Καβάσιλας, Αθανάσιος Λεπενδρηνός και Δημήτριος Κυδώνης, χρησιμοποιούν κατά κόρον τους όρους Ελλάς, Ελληνικός κ.λπ. Ο Γεώργιος Πλήθων Γεμιστός, γράφει στον αυτοκράτορα Μανουήλ Β΄: "Εσμέν γαρ ουν ων ηγείσθε τε και βασιλεύετε Έλληνες το γένος, ως η τε φωνή και η πάτριος παιδεία μαρτυρεί".

Τέλος, ο Ιωάννης Αργυρόπουλος αποκαλεί τον αυτοκράτορα Ιωάννη Η΄ «της Ελλάδος Ήλιον», τον δε Κωνσταντίνο Παλαιολόγο, «Βασιλέα των Ελλήνων».

Πηγή: ΔΙΟΝ. Α. ΖΑΚΥΘΗΝΟΥ "ΒΥΖΑΝΤΙΝΗ ΙΣΤΟΡΙΑ 324-1071", ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΔΩΔΩΝΗ, Γ’ Έκδοση 2015.

Πηγή: protothema.gr